Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ


Α. ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Στο διαδραστικό κείμενο μπορείτε να δείτε τη σημασία των άγνωστων λέξεων ή φράσεων καθώς και πληροφορίες για το γεφύρι και τον θρύλο του πατώντας  ΕΔΩ.


Β. ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΦΥΡΙΩΝ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ

Ένα πανόραματων γεφυριών της Πίνδου, των μυστικών και της τέχνης τους μπορείτε να βρείτε πατώντας  ΕΔΩ.


Γ. ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ

Αναζητείστε ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στο "Γεφύρι της Άρτας" και στη θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα. Επικεντρωθείτε κυρίως:
  • στα πρόσωπα και την ιδιότητά τους,
  • στη μοιραία μαντεία,
  • στο δόλο για την επίτευξη του στόχου,
  • στη θυσία και
  • στο σκοπό του εγχειρήματος.

Ευριπίδου: Ιφιγένεια εν Αυλίδι

Η τραγωδία ιστορεί όσα προηγήθηκαν της αναχώρησης για την Τροία του συγκεντρωμένου στην Αυλίδα ελληνικού στόλου. Αρχίζει με διάλογο ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και τον γέρο υπηρέτη του: μετά από τον χρησμό του μάντη Κάλχαντα, ότι ούριος άνεμος για την Τροία θα φυσήξει μόνο αν θυσιαστεί στην Άρτεμη η κόρη του Αγαμέμνονα, Ιφιγένεια, ο αρχηγός του στόλου των Ελλήνων είχε καλέσει την κόρη του Ιφιγένεια στην Αυλίδα, δήθεν για να την παντρέψει με τον Αχιλλέα, στην πραγματικότητα όμως για να τη θυσιάσει στην Άρτεμη, προκειμένου να εξασφαλίσει ευνοϊκό άνεμο για το ταξίδι του στόλου στην Τροία. Τώρα, γεμάτος αμφιβολίες και ενοχές, στέλνει τον υπηρέτη στο Άργος με ένα δεύτερο γράμμα, που ανακαλεί το πρώτο. Εμφανίζεται ο χορός από γυναίκες της Χαλκίδας και περιγράφει τις συγκεντρωμένες στην Αυλίδα στρατιωτικές δυνάμεις. Ο Μενέλαος ορμά στη σκηνή, κατηγορεί τον Αγαμέμνονα για την αλλαγή της απόφασής του κι ακολουθεί έντονη φιλονικία ανάμεσα στους δύο αδελφούς. Στο μεταξύ φτάνει η Ιφιγένεια μαζί με τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον μικρό αδελφό της Ορέστη, κάτι που εντείνει περισσότερο τον πόνο του Αγαμέμνονα για την επερχόμενη θυσία. Η Κλυταιμνήστρα συναντά τον δήθεν μέλλοντα γαμπρό της Αχιλλέα, που αποδεικνύεται ανυποψίαστος για τα σχετικά με τον γάμο. Έτσι η Κλυταιμνήστρα κι η Ιφιγένεια πληροφορούνται για την αληθινή αιτία του ερχομού τους στην Αυλίδα. Η τραγική μητέρα καταφέρνει να αποσπάσει από τον ήρωα την υπόσχεση ότι θα φροντίσει με όλες του τις δυνάμεις για την αποτροπή της θυσίας. Οι παρακλήσεις της Κλυταιμνήστρας και της κόρης της στον Αγαμέμνονα να μεταπειστεί και να λυπηθεί την Ιφιγένεια αποδεικνύονται μάταιες. Ο Αγαμέμνονας είναι ο αρχηγός του στρατού και ως τέτοιος φέρει ακέραια την ευθύνη του καθήκοντος. Από την άλλη ο  Αχιλλέας αποφασίζει να θυσιάσει τη ζωή του, για να σώσει την κοπέλα. Η Ιφιγένεια όμως αρνείται τη θυσία του ήρωα και οικειοθελώς προσφέρεται να υπακούσει στην εντολή του πατέρα της και να δώσει τη ζωή της για το κοινό καλό. Στο τέλος του έργου ένας αγγελιαφόρος έρχεται να ανακοινώσει στην Κλυταιμνήστρα το θαύμα: η Άρτεμη, την ώρα της θυσίας, έβαλε στη θέση της Ιφιγένειας μια ελαφίνα και πήρε την κόρη στον ουρανό. Η τραγωδία κλείνει με την αναγγελία ευνοϊκού ανέμου και τις προετοιμασίες του στόλου να ξεκινήσει για την Τροία.

 

Δ.  ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ 

1. Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ: Ο ΒΑΛΙΑΝΤΗΣ ΤΖ' Η ΜΑΡΟΥ∆ΚΙΑ

Κάτω στους πέντε ποταµούς, κάτω στις πέντε βρύσες,
 
κάτω στις άκρες των ακρών εκεί που τελειώνει ο κόσµος,
 
κάτω στις άκρες των ακρών στη µέση του Μόου,
 
έκτιζαν γεφύρι και είπαν πως είναι του φόβου.
 
Γιοφύρι είναι που χτίζανε µε δώδεκα καµάρες
και όλη µέρα το έχτιζαν, τη νύχτα πάλι χαλούσε.
 
Και το Στοιχειό του ποταµού από κάτω κελαηδούσε :
 
- Α! Βαλιαντή πρωτοµάστορα και µάστορα στους µαστόρους,
 
από τη γενιά σου αν δε βάλεις γιοφύρι δε στέκει.
 
Στέκεται διερωτάται και εκείνος ποιον να βάλει.
 
- Άντε να πω τη µάνα µου, άλλη πια µάνα πού’ναι;
 
Άντε να πω τον πατέρα µου, άλλο πια πατέρα πού’ναι;
 
Και αν βάλω από τα αδέλφια µου, αδέλφια δε βρίσκω.
 
Χαπάρια και µηνύµατα πηγαίνει στη Μαρουδκιά.
 
- Έλα να πάε Μαρουδκιά και ο Βαλιαντής σε θέλει.
 
Κακό στο νου της δεν έβαλε, καλό στο νου της βάζει
και έπιασε τη χρυσή ρόκα και το χρυσό ροδάνι,
 
χρυσή κλωστή εκρέµασε και στο Βαλιαντή πηγαίνει.
 
Μόλις τη βλέπει ο Βαλιαντής σφάχτηκε από το καηµό του
-Τι µε θέλεις, µάστορα µου, και µου µήνυσες και ήρθα;
 
-Επέστρεψε στο σπίτι, Μαρουδκιά, και τίποτα δε σε θέλω.
 
Μέχρι να πάει η Μαρουδκιά χαπάρια έρχονται πίσω της.
 
 -Έλα να πάµε, Μαρουδκιά και ο Βαλιαντής σε θέλει. 
-Τώρα ήµουν στου Βαλιαντή και µου είπε πως δε µε θέλει.
 
-Έλα να πάµε, Μαρουδκιά και ο Βαλιαντής σε θέλει.
 
Έβγαλε τα χρυσά ρούχα και εφόρεσε τα µαύρα
και έδωσε ένα γύρω των σπιτιών και τα αποχαιρέτισε.
 
-Σε κοιµίζω, µωρό µου, και άλλη θα σε ξυπνήσει,
 
σε ζυµώνω ζυµάρι µου και άλλη θα σε κόψει.
 
Έχετε γεια σπίτια ου και στρώµα όπου κοιµόµουν,
 
αυλή που τριγύριζα και τραπέζι όπου δειπνούσα.
 
Έπιασε τη µαύρη ρόκα και το µαύρο ροδάνι,
 
µαύρη κλωστή εκρέµασε και στο Βαλιαντή πηγαίνει
Όταν τη βλέπει ο Βαλιαντής, λούστηκε στο κλάµα.
 
-Α! σιταρένιο µου ψωµί, σιµιγδαλένια πίτα,
 
τι µε θέλεις, Βαλιαντή, και ου µήνυσές και ήρθα;
 
Πάντα έστελνες και µε έφερναν και λουζόσουνα το γέλιο,
 
τώρα έστειλες και µε έφεραν και λούστηκες το κλάµα.
 
-Κάτω στις άκρες των ακρών, στη καµάρα που είναι στο
µέσον
 η αρραβώνα µου έπεσε και ποιος θα µου την εύρει; 
- Μη κλαις έτσι, Βαλιαντή, και εγώ θα σου την εύρω.
 
Φέρε καρέκλα που να αρµόζει, φέρε χρυσό ψαλίδι, κόψε
τα µαλλιά µου που είναι εξήντα πιθαµές
και κάµε ένα σκοινί χοντρό, ένα χοντροπλεγµένο
και από τη µέση δέσε µε κατέβασέ µε ως κάτω.
 
Φέρνει καρέκλα που να αρµόζει, φέρνει χρυσό ψαλίδι,
 
και έκοψε τα µαλλιά της που είναι εξήντα πιθαµές
έκαµε ένα σκοινί χοντρό, ένα χοντροπλεγµένο
και από τη µέση τη δένει να κατεβεί ως κάτω.
 
Κοιτάζει από εκεί, κοιτάζει από ’δω, τίποτα δε βρίσκει,
 
µόνο φαρµακερά φίδια έχουν το στόµα ανοιχτό να τη
ρουφήσουν.
 
-Τράβα µε πάνω, Βαλιαντή, τίποτα δε βρίσκω,
 
µόνο φαρµακερά φίδια έχουν το στόµα ανοιχτό να µε
ρουφήσουν.

 -Και ξανακάνε το γύρο, µακάρι να πετύχεις να τη βρεις. 
Ξανακάνει το γύρο τίποτα δεν πετυχαίνει
-Τράβα µε πάνω, Βαλιαντή και το µωρό µου κλαίει
και τα βυζιά τα µυροδόχα είναι φουσκωένα από το γάλα.
 
-Φέρτε χαλίκια και πηλό τη Μαρουδκιά να χτίσω.
 
Ανάθεµα τη µάνα της και την καρδιά που είχε,
 
ανάθεα τη μάνα της την πικρογαλατούσα.
 
Τρεις κόρες που τις έκαµε, τρία γεφύρια έχτισαν,
 
η µια έχτισε το Γαλατά, η άλλη τον Ευφράτη
και η τρίτη η καλύτερη της Τρίχας το γιοφύρι.



2. ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ: ΤΗ ΤΡΙΧΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡ

(Ακεί πέραν σό Δρακολίμν’, σή Τρίχας το γεφύριν,
χίλιοι μαστόρ’ εδούλευαν και μύριοι μαθητάδες.
Όλεν τήν μέραν έχτιζαν, τη νύχτα εχαλάουντον.
Οι μάστοροι εχαίρουσαν, θε να πλεθύν’ η ρόγα,
οι μαθητάδες έκλαιγαν, τσι κουβαλεί λιθάρια.
Κι ατός ο πρωτομάστορας νουνίζ’ νύχταν κι ημέραν.)

Ση γέφυραν, ση γέφυραν,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
ση Τρίχας το γεφύριν,
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Σίλιοι μαστόρ’ εδούλευαν,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
και μύριοι μαθητάδες
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Όλεν τ’ ημέραν έχτιζαν,
έλα Δάφνεμ ποταμέ,
τη νύχταν εχαλάουτον,
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Ντο δεις με πρωτομάστορα,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
και στένω το γεφύρι σ’ ;
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Αν δίγω σε τον κύρη μου,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
άλλο κύρην πα κι έχω!
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Ντο δεις με πρωτομάστορα,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
και στένω το γεφύρι σ’ ;
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Αν δίγω σε τη μάνα μου,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
άλλο μάναν πα κι έχω!
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Ντο δεις με πρωτομάστορα,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
και στέκει το γεφύρι σ’ ;
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Αν δίγω σε τ’ αδέλφια μου,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
άλλ’ αδέλφια πα κι έχω!
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Ντο δεις με πρωτομάστορα,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
και στερένω το γεφύρι σ’ ;
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

Αν δίγω σε την κάλη μου,
έλα Δάφνεμ ποταμέ
καλύτερον ευρήκω!
ε, Δάφνεμ και μυριγμένε

(Μενεί και λέει την κάλην ατ’, αγλήγορα να έρται.
’Κόμαν τον Γιάννεν ’κ’ έλουσεν και σο κουνίν ’κ’ εθέκεν,
’κόμαν τα χτήνια ’κ’ έλμεξεν, τα μουσκάρια ’κ’ εδέκεν.
Διπλομενεί την έρημον με τ’ άοικον πουλόπον:
Σάββαν να πάει σο λουτρόν, την Κερεκήν σον γάμον
και την Δευτέραν το πουρνόν, αδά να ευρισκάται.
Σάββαν επήγεν σο λουτρόν, την Κερακήν σον γάμον
και την Δευτέραν το πουρνόν σο Δρακολίμν’ ευρέθεν.
Καλή μ’, ακεί σο Δρακολίμν’, ερούξεν το σκεπάρι μ’,
ήν ποίος μπαίν’ και παίρ’ ατό, θα εν τ’ εμόν η κάλη.
Πέντε οργέας κατηβαίν’ και με την τραγωδίαν,
και άλλα πέντε κατηβαίν’ με τη μοιρολογίαν.
Κι άρ ’κι πονώ τα κάλλια μου, κι άρ ’κι πονώ τη νέτε μ’,
πονώ και κλαίγω το πουλί μ’ ντ’ εφέκα κοιμισμένον.
Πώς τρομάζνε τα γόνατα μ’, να τρομάζ’ το γεφύρι σ’.
Κι άμον ντο σείουν τα μαλιά μ’, να σείουν οι διαβάτοι.
Κι άμον ντο τρέχνε τα δάκρυα μ’, να τρέχ’ και το ποτάμιν!
Ευχέθ’ καλή μ’. Ευχέθ’ καλή μ’. Ευχέθ’, μην καταράσαι,
Αδέλφια έεις σην ξενειτιάν, έρχουνταν και διαβαίνε.
Κι άμον ντο στέκνε τα γόνατα μ’, να στέκει το γεφύρι σ’.
Κι άμον ντο στέκνε τα μαλιά μ’, να στέκνε οι διαβάτοι.
Κι άμον ντο στέκνε τα δάκρυα μ’, να στ’εκει το ποτάμι!)

Τρι’ αδέλφια έμνες εμείς και οι τρεις καταραμένοι,
είνας έχτσεν την `δεσαν κι άλλε το Δεβασίριν
κι εγώ η τρισκατάρατος της Τρίχας το γεφύριν.
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ ΠΟΥ ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΚΕ ΤΟ 2015

3. Η ΠΟΜΑΚΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

              Σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων υπάρχουν πάμπολλες ιστορίες και θρύλοι που συνδέονται με την κατασκευή πέτρινων γεφυριών. Οι αναφορές σε ανθρωποθυσίες που έπρεπε να γίνουν για να στεριώσει το γεφύρι απαντώνται σε πάρα πολλές περιοχές. Τραγούδια όπως αυτό του γεφυριού της Άρτας τα συναντάμε και στην περιοχή της Ροδόπης. Αξίζει να αναφέρουμε την Πομάκικη παραλλαγή του τραγουδιού από τα Πομακοχώρια της Ξάνθης που καταδεικνύει με τρόπο μοναδικό τις πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής.

Ακολουθεί παραλλαγή του τραγουδιού από το χωριό Σμίνθη στην πομακική και σε ελληνική μετάφραση:
  Trimína brátye grádo gradâho
Trimína brátye grádo gradâho
Pres den ye gradôt vécher so sîpe
Vécher so sîpe, kurbáne íshte.
Che si sônnaho trimína brátye
Da so zdumóvot, da so spîtavot.
- Βrátye le, brátye, trimína brátye
Dö shem da stórimnáshoso vâro
déno mi dóyde yútreno ráno
Néye she fgradímefsredé gradóno.
Che so ye padála nay málkumune
Náy málkumune, Yürkâ Kadóna
Yürkâ Kadóna, mladá nevâsta.
Flâvono róko tóplo prógimko
fdésneno róko studéno vódo.
Che si ye uvárdi nay málko lûbe
Sróko yi máhna nadzát so vórni
Syóchi yi mîgna. Τya so nabórzhi.
rátye le, brátye, trimína brátye
Koláy gelâ vu, trimína brátye
-Alláh razóla, Yürkâ Kadóna.
- Óti mi pláchesh, pórvo le lûbe?
- Κak da na pláchem, Yürkâ Kadóna?
Pórsten mi pánna fsredé gradóno.
- Νamóy mi plaká pórvo le lûbe
Vasúka sôstem vasprétna sôstem
Shte da flézam sredé gradána
Izvádi téstem srébaren pórsten
Gümûshen pórsten smerméren kámen.
-Dôte mi brátye dórvo za dórvo
Kámen za kámen da ye vgradíme
Yürkô Kadóno sredé gradána
staväyte mo, trimína brátye
Ímom si déte, razvíto mi ye
Razvíto mi ye, pak ne pavíto.
- Namóy mi plaká Yürkâ Kadóna
Ímash si máyko, razvíti go she
Razvíti go she, paví ti go she.
 
Τρία αδέλφια γεφυριού τοίχο χτίζανε
Τρία αδέλφια γεφυριού τοίχο χτίζανε
Τη μέρα το χτίζουν, το βράδι γκρεμίζεται
Το βράδι γκρεμίζεται, θυσία θέλει.
Καθίσανε τρία αδέλφια
Να κουβεντιάσουν, να αποφασίσουν.
- Αδέλφια, βρε αδέλφια, τρία αδέλφια,
Ελάτε να κάνουμε δικιά μας συμφωνία
Όποια θα έρθει αύριο νωρίς
Εκείνη θα τη βάλουμε στη μέση στα θεμέλια.

Ξεπρόβαλλε του πιο μικρού (αδελφού)
Του πιο μικρού η όμορφη Γιουρκέ,
Η όμορφη Γιουρκέ, η νέα νύφη.
Στο αριστερό χέρι κρατάει ζεστό πρωϊνό
Στο δεξί της έχει κρύο νερό.
Την είδε ο μικρότερος ο αγαπημένος της
Με το χέρι της έγνεψε πίσω να γυρίσει
Της έκλεισε το μάτι. Εκείνη πήγε πιο γρήγορα.
- Αδέλφια, αδέλφια, τρία αδέλφια
Καλή ευκολία, τρία αδέλφια.
- Ο Θεός μαζί σου, όμορφη Γιουρκέ
- Γιατί μου κλαις πρώτη μου αγάπη;
Πώς να μην κλαίω, όμορφη Γιουρκέ;
Το δαχτυλίδι μου έπεσε στη μέση του γεφυριού.
- Μη μου κλαις πρώτη μου αγάπη
Θα μαζέψω το μανίκι και θα σηκώσω το πανωφόρι
Θα μπω στη μέση στα θεμέλια
Θα σου βγάλω το άξιο το δαχτυλίδι
Το ασημένιο δαχτυλίδι με τη μαρμαρένια πέτρα.
- Ρίξτε της αδέλφια, ξύλο για ξύλο
Πέτρα για πέτρα για να χτίσουμε
την όμορφη Γιουρκέ στη μέση της γέφυρας
- Αφήστε με, τρία αδέλφια
Έχω παιδί, μου είναι ξεσκέπαστο
Μου είναι ξεσκέπαστο και ξεφασκιωμένο.
- Μη μου κλαις όμορφη Γιουρκέ
Έχεις μάνα, θα σου το σκεπάσει
Θα το σκεπάσει και θα το φασκιώσει. 


 4. Η ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΡΟΖΑΦΑ




Απλώθηκε ομίχλη πάνω από το ποτάμι της Μπούνα

Για τρεις μέρες και τρεις νύχτες

Μετά από τρεις μέρες και τρεις νύχτες

φύσηξε αεράκι

και πήρε μακριά την ομίχλη .

Την πήγε μέχρι το Βαλντανούζ .
Εκεί που δουλεύανε τρεις αδελφοί .

τρεις αδελφοί χριστιανοί .

Αυτοί , ολημερίς κτίζανε ένα κάστρο
που το βράδυ γκρεμιζόταν .
Από κει περνά ένας Άγιος
- «Καλή δουλειά και καλορίζικο αδέλφια !»
- «Καλό νάχεις , Άγιε !
Μα πού το βλέπεις το καλορίζικο ;
Ό,τι χτίζουμε όλη τη μέρα
γκρεμίζεται τη νύχτα .
Δείξε μας τι να κάνουμε
για να στεριώσουμε το κάστρο !»
- «Αν θέλετε εσείς να γίνει καλή δουλειά
ορκιστείτε στο Θεό
στο σπίτι να μην κουβεντιάσετε
και στις γυναίκες σας να μην μαρτυρήσετε τα εξής :
Αύριο κιόλας , όποια από τις γυναίκες σας φέρει το φαγητό πρώτη ,
να τη ρίξετε στα θεμέλια του κάστρου ,
και τότε θα δείτε το κάστρο να στεριώνει ».

Αχ ! Ο μεγαλύτερος αδελφός
παράβηκε τον όρκο του ,
το ‘κουβέντιασε στο σπίτι , το μαρτύρησε στη γυναίκα του .
Το ίδιο έκανε και ο δεύτερος αδελφός .
Ξέχασε τι τον συμβούλεψε ο Άγιος ,
παράβηκε κι αυτός τον όρκο του
και το μαρτύρησε στη γυναίκα του.
ενώ ο μικρότερος αδελφός ,
ο μικρότερος και ο καλύτερος ,
κράτησε τον όρκο του :
Στο σπίτι του δεν το κουβέντιασε
και στη γυναίκα του δεν το μαρτύρησε .

Ήρθε το χάραμα ,
οι πέτρες ράγισαν ,
οι καρδιές χτύπησαν .
Η πεθερά φωνάζει τις νύφες :
-« Νύφη , μεγάλη μου νύφη ,
οι μαστόροι χρειάζονται φαγητό .
Θέλουν ψωμί και νερό !»
-«Μητέρα , δεν μπορώ να πάω .
Σήμερα , θα επισκεφτώ τους δικούς μου ».
-«Νύφη , μικρή μου νύφη !»
- « Ορίστε , αφέντρα και μητέρα»
-«Οι μαστόροι χρειάζονται φαγητό.
Θέλουν ψωμί και νερό ,
θέλουν κολοκύθα με κρασί ».
-«Μα το Θεό , μητέρα , θα πήγαινα
αλλά έχω παιδί μικρό.»
-Πήγαινε νυφούλα μου ,
και το παιδί σου θα το προσέχουμε εμείς .
Δε θα το αφήσουμε να κλαίει ».

Εκείνη πήρε φαγητό , πήρε και νερό ,
Πήρε και την κανάτα με το κρασί ,
Και κατεβαίνοντας στην Καζένα ,
Πλησίασε στον τοίχο του κάστρου .
Τα σφυριά σταμάτησαν .
Οι καρδιές χτύπησαν δυνατά .
Τα πρόσωπα χλώμιασαν .

Όταν την είδε ο άντρας της
του έπεσε από το χέρι το σφυρί .
-« Τι έχεις άντρα μου και άφησες το σφυρί ; »
- «Ήταν γραφτό για σένα ,
να θυσιαστείς » , είπε εκείνος .
- «Έχε γεια , άντρα μου και σε σας κουνιάδια μου .
Μόνο ένα πράγμα σας ζητώ :

Όταν στον τοίχο με σφηνώσετε ,
αφήστε έξω το δεξί μου μάτι ,
το δεξί μου χέρι , το δεξί μου πόδι ,
και το δεξί μου στήθος .
Έχω παιδί μικρό
και όταν αυτό αρχίσει να κλαίει ,
με το ένα μάτι να το βλέπω
με το ένα πόδι να το κουνώ ,
και με το ένα στήθος να το θηλάζω .
Όσο για το κάστρο ,
να υψωθεί ,
το παιδί μου να το χαρεί ,
βασιλιάς να γίνει και να πολεμάει εκεί ! »
 

 5. ΣΕΡΒΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ


Τρεις αδερφοί, οι βασιλιάδες Βουκάσιν, Ούγγλιες και Γκόικο,

 προσπαθούν να χτίσουν μία γέφυρα πάνω από έναν ποταμό.

 Όπως και στην ελληνική εκδοχή, το βράδυ αυτό γκρεμίζεται,

μόνο που εδώ αυτό είναι έργο μίας νεράιδας. 

Η νεράιδα λοιπόν επισκέπτεται τον Βουκάσιν, όπως το πουλάκι στο ελληνικό ποίημα,

 για να του πει μια λύση: πρέπει να θυσιαστούν δύο αδέρφια, η Στόγια και ο Στόγιανε.

 Ο Βουκάσιν στέλνει τον έμπιστο υπηρέτη του Ντέμιζιρ να τους ψάξει

 –αυτός προσπαθεί να τους βρει επί τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς καμιά όμως επιτυχία.
 Τότε η νεράιδα δίνει τη δεύτερη εναλλακτική –
 να θυσιαστεί μία από τις συζύγους των βασιλιάδων
. Όταν ο Βούκασιν και ο Ούγγλιες προειδοποιούν τις γυναίκες τους,
 έρχονται στο επίκεντρο ο Γκόικο και η δική του σύζυγος.
 Μάλιστα οι άλλες δύο την παρασέρνουν με δόλο στην παγίδα.
 Εδώ πάλι η σέρβικη εκδοχή συγκλίνει με την ελληνική 
– πρέπει να θυσιαστεί μία γυναίκα, και μάλιστα μεγάλης σημασίας. 
Το ποίημα τελειώνει ως εξής: η σύζυγος του Γκόικο φτάνει και αυτός θλίβεται 
όπως και ο πρωτομάστορας στο ελληνικό τραγούδι. 
Ο βασιλιάς όμως εδώ χρησιμοποιεί ως δικαιολογία ένα χρυσό μήλο και όχι δαχτυλίδι.
 Η γυναίκα, πιστή στο πρότυπο της αφοσιωμένης συζύγου 
που ακολουθείται στις εν λόγω παραλλαγές, κατεβαίνει στα θεμέλια να το πάρει.  
Αμέσως ο Βουκάσιν και ο Ούγγλιες αρχίζουν να τη χτίζουν
 και αυτή αρχικά νομίζει ότι πρόκειται για αστείο,
 αλλά γρήγορα καταλαβαίνει τη μοίρα της. 

 

6. Ο ΜΑΣΤΡΟ ΚΕΛΕΜΕΝ (ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)


Δ
ώδεκα καλοί, με φήμη μαστόροι, μαζεύονται στη Ντέβα, αποφασισμένοι να φτιάξουν στο λόφο της ένα γερό κάστρο. Η αμοιβή τους, κάτι παραπάνω από καλή -ο καθένας τους θα κερδίσει ενάμισι καντάρι χρυσοασήμι - τους κάνει να αρχίσουν αμέσως τη δουλειά. Μα αλλιώς τα υπολόγιζαν και άλλα, παράξενα, συμβαίνουν. Ό,τι χτίζουν με κόπο την ημέρα, το βράδυ τούς σωριάζεται σε ερείπια. Ξαφνιάζονται, απορούν και συλλογίζονται τι πρέπει να κάνουν…

 Σκληρό, μα αποφασίζουν να θυσιάσουν μία από τις γυναίκες τους! Μόνο έτσι -το πιστεύουν- θα σταθεί το κάστρο! Όποια την επόμενη μέρα έρθει επάνω στον άντρα  της, πρώτα θα την κάψουν και ύστερα θα ρίξουν τη στάχτη της μέσα στον ασβέστη.  Θα αλλάξουν όλα τότε και θα μπορέσουν, στέρεα πια, να συνεχίσουν το χτίσιμο. …
Μια αρχόντισσα, όμορφη γυναίκα, φωνάζει ανυπόμονη τον υπηρέτη της να ζεύξει στην άμαξα τα άλογα και γρήγορα να την πάει στον άντρα της, ψηλά στη Ντέβα. Ο υπηρέτης δεν συμφωνεί, της λέει να μείνουν σπίτι, γιατί και ο καιρός είναι άσχημος και έχει δει σημαδιακό, κακό όνειρο για το παιδί της. Εκείνη επιμένει -τον κατηγορεί πως νοιάζεται πιότερο για την άμαξα και τα άλογα- και τον διατάζει να εκτελέσει αμέσως την εντολή της. Ξεκινούν λοιπόν και, σε λίγο, όπου να ’ναι, πλησιάζουν στο κάστρο που οι μαστόροι δεν μπορούν να στεργιώσουν…

Από ψηλά, ο πρωτομάστορας, ο μάστρο-Κέλεμεν, αντικρίζει κι αναγνωρίζει την άμαξα, τον υπηρέτη και τη γυναίκα. Θολώνει το μυαλό του, γιατί -αλίμονο-. είναι η δικιά του η κυρά που ανεβαίνει στη δουλειά τους, φτάνει στο γιαπί. Με αγωνίααρχίζει να προσεύχεται στο Θεό: ας χάσουν το δρόμο, ας τσακίσουν τα άλογα το πόδι τους, ας σπάσει κάποια ρόδα της άμαξας, ας πέσει ένα αστροπελέκι στη διάβα τους να φοβηθούν και να γυρίσουν σπίτι. Τίποτα δεν συμβαίνει και σε λίγο φτάνουν στην κορφή… 

Η γυναίκα χαιρετά όλους τους μαστόρους, μα, αντί για απάντηση, ακούει τον άντρα της να της ανακοινώνει το τραγικό για αυτή νέο -μόνο έτσι θα σταθεί το κάστρο και θα πάρουν την πλούσια αμοιβή, της λέει κυνικά. Αυτή αντιδρά αποκαλώντας τους δολοφόνους και ζητά λίγο χρόνο για να αποχαιρετήσει τις φιλενάδες της, να δει και το μικρό παιδί της. Κάνει να γυρίσει στο σπίτι, μα όλοι οι μαστόροι, με βία, την αρπάζουν, τη δένουν και πάνε να την κάψουν..!
Το βράδυ ο μαστρο-Κέλεμεν μάταια προσπαθεί να παρηγορήσει το μικρό παιδί που συνεχώς αναζητά τη μητέρα του. Στο τέλος αναγκάζεται να του πει την τραγική αλήθεια…
Μόλις ακούει αυτό, φωνάζοντας, συνεχώς τσιρίζοντας, ανεβαίνει ψηλά στη Ντέβα και παρακαλάει τη μητέρα του να του μιλήσει…
- Μάνα, γλυκιά μανούλα μου, λέξη σου μία να ’χω…
Αλλά…
- Να σου μιλήσω δε μπορώ, με σφίγγει γιε μου η πέτρα,
κάτω με χτίσανε βαθιά, βαρύναν τα πελέκια…

Αμέσως ύστερα, ραγίζει η καρδιά τής μάνας, ανοίγει η μαύρη πέτρα και το παιδί γλιστράει στο σκοτάδι…



Ο μάστρο Κέλεμεν

Összetanakodott tizenkét kőműves,
    Σμίξαν, συμφωνήσαν δώδεκα μαστόροι,
az tizenharmadik Kelemen kőműves.
     δεκατρείς -με πρώτο Κέλεμεν- είνόλοι.
Magas Déva várát hogy felépítenék,
    Κάστρο ’κει στου Ντέβα, κάστρο θεμελιώνουν,
félvéka ezűstért, félvéka aranyért.
    χούφτες το ασήμι, μάλαμα να λιώνουν.

Amit reggel raktak, az délre leomlott,
    Χάραμα το ’χτίζαν, γιόμα γκρεμιζόταν,
amit délbe raktak, estére leomlott.
    γιόμα που το ’χτίζαν, νύχτα που χανόταν.
Összetanakodik tizenkét kőműves:
    Σμίξαν, συμφωνήσαν δώδεκα μαστόροι:
falat megállitni hogy lesz lehetséges.
    πώς να χτίσουν κάστρο, πως για να τελειώνει.

Kinek felesége hamarább jön ide,
    Όποιου πρώτη φτάσει, η γυναίκα έρθει,
annak gyenge hamvát keverjűk a mészbe.
    καίμε και τη στάχτη μέσα στον ασβέστη.
- Kocsisom, kocsisom, fogd bé a hat lovam,
    - Τ’ άλογα, τ’ άλογα, καροτσέρη ζεύξε,
én uramhoz menni lenne akaratom.
    προσταγή τ’ αφέντη, έλα πάμε, τρέξε.

- Jó napot, jó napot, tizenkét kőműves,
    - Γειά σας, όλωνών σας, δώδεκα μαστόροι,
az tizenharmadik Kelemen kőműves.
     δεκατρείς -με πρώτο Κέλεμεν- είνόλοι.   
Istenem, Istenem, mi lehet az oka,
    - Θέ’ μου, Θέ’ μου, κύρη, μα τι έχει γίνει,
kétszer is kőszőntem, senki se fogadta.
    λέω γεια, καλέ μου, ούτε ένας κρένει.

- Tizenkét kőműves azt a tőrvényt tette:
    - Δώδεκα μαστόροι συμφωνήσαν κι είπαν:
kinek felesége hamarább jőn ide,
    όποιου πρώτη φτάσει, η γυναίκα έρθει,
a fejét levágjuk, tűzzel megégessűk,
    κόβουμε κεφάλι, καίμε ως το βράδυ,
a szép fehér hamvát a mészbe keverjűk.
    ρίχνουμε τη στάχτη άσπρη στον ασβέστη.

A szép fehér hamvát a mészbe keverjűk,
    Ρίχνουμε τη στάχτη άσπρη στον ασβέστη,
magos Déva várát azzal felépítsűk.
    κάστρο ’κει στου Ντέβα τότε θε’ να αντέξει.
- Hát a kicsi fiam, vajon mi lesz vele?
    - Το μικρό παιδί μου τύχη ποια θα έχει;
hát a kicsi fiam, vajon mi lesz vele?
    το μικρό παιδί μου τύχη ποια θα έχει;

- Lesznek jó asszonyok, akik megszoptassák,
    - Θα βρεθούν γυναίκες για να το θηλάσουν,
lesznek jó leányok, akik elringassák.
    θα βρεθούν κοπέλες να το καλοπιάσουν.
Azzal meg is fogták, nyakát ketté vágták,
    Πήγανε την πιάσαν, πήγαν και τη σφάξαν,
azzal meg is fogták, nyakát ketté vágták.
    πήγανε την πιάσαν, πήγαν και τη σφάξαν.

Nyakát ketté vágták, tűzzel megégetik,
    Το κεφάλι κόψαν, την εκάψαν όλη,
az ö gyenge hamvát mész közé keverik.
    ρίξανε τη στάχτη στον ασβέστη σκόνη.
Az ö gyenge hamvát mész közé keverik,
    Ρίξανε τη στάχτη στον ασβέστη σκόνη,
magas Déva várát azzal felépítik.
    κάστρο ’κει στου Ντέβα στέκει πια ψηλώνει.

Elindula haza tizenkét kőműves,
    Σπίτι τους γυρίζουν δώδεκα μαστόροι,
az tizenharmadik Kelemen kőműves.
    δεκατρείς -με πρώτο Κέλεμεν- είνόλοι.
- Apám, édesapám, hol van édesanyám?
    - Πες πατέρα πές μου, η μητέρα φτάνει;
- Elmaradt messzire, haza jön estére!
    - Ξέμεινε πιο πίσω, θα ’ρθει ως το βράδυ!

Ătkozott legyen hát magas Déva vára,
    Πέτρα να μη μείνει όρθια ’κει στου Ντέβα,
még a nap se sűssön fényesen reája,
    ήλιο να μην έχει, ήλιο την ημέρα,
elvesztettem érte kedves feleségem,
    πάει η καλή μου, η γυναίκα πάει,
árván maradt érte a kicsi gyermekem!
    ορφανός ο γιος μου δίχως της το χάδι!




32 σχόλια:

  1. Μου άρεσε πολύ η κυπριακή και η αλβανική παραλλαγή. Γιώργος (Γ1)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΟΔΗΓΙΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΧΟΛΙΟΥ:
    1. Στο παρακάτω πλαίσιο πληκτρολογείτε το σχόλιό σας.
    2. Στη συνέχεια από το "Υποβολή σχολίου ως:" επιλέγετε το "Ανώνυμος/η"
    3. Τέλος πατάτε "Δημοσίευση". (Το σχόλιο δεν δημοσιεύεται άμεσα.)


    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το γεφύρι της Άρτας. Anni.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ ωραία η Κυπριακή παραλλαγή. Ειρήνη (Γ1)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μου αρεσε η Αλβανική παραλλαγή. Δήμητρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Κύριε Γεωργίου διάβασα την κυπριακή παραλλαγή. Μαριάντζελα (Γ'1)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Μου άρεσε η ποντιακή παραλλαγή του γεφυριού της Άρτας .Γιάννης Γ1.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Μου αρεσε πολλυ η κυπριακη παραλλαγη!.. Δημητρης (Γ2)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Μου αρεσε η Αλβανικη και η Σερβικη παραλλαγη του γεφυριου της Αρτας. Ευα Γ2

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Μου αρεσε πολύ η ποντιακη παραλλαγη!... Γιωργος Κ.(Γ5)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. μου άρεσε η κυπριακή παραλλαγή, Μυρτώ.Π Γ3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Η Κυπριακή παραλλαγή δεν έχει πολλές διαφορες με το ελληνικό δημοτικό τραγούδι.Η μόνη διαφορά είναι ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί περισσότερα περιττά πράγματα και πολλές επαναλλήψεις

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Μου άρεσε πολύ η κυπριακή παραλλαγή!
    Παναγιώτης Τ.(Γ5)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Μου αρεσε η ποντιακη παραλλαγη.Καλλιοπη Β.(Γ5)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. μου αρεσε πολυ η κυπριακη παραλλαγη !!! Δημητρης Μ. (Γ'3)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Η κυπριακη παραλλαγη ηταν ωραια ΑντωνηςΝ(Γ5)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Μου άρεσε η πομακική παραλλαγή του τραγουδιού.!!!!!
    Ειρήνη Λ. (Γ'2)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. orea i kupriaki parallagh ΔΠ(Γ5)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Μου άρεσε η κυπριακή παραλαγή.
    Βούλα Σ.(Γ'5)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  20. Η Κυπριακή παραλλαγή είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Δημήτρης Γ4

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  21. Μπράβο σας παιδιά αν την ίδια συνέπεια δείξετε και στο πείρ@μα το σχολείο μας με την καθοδήγηση του κ Γεωργίου θα θριαμβεύσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  22. Μου άρεσε πολύ ή κυπριακή παραλαγη!Παναγιωτης Κ. Γ'5

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  23. Μου άρεσε πολύ ή κυπριακή παραλαγή!! Παναγιωτης Κ. Γ'5

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  24. Μου αρεσε πολυ η κυπριακη παραλαγη.Γρηγορης Ν.Γ'3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  25. Η κυπριακή παραλλαγή μου άρεσε πολύ
    Μαρία Κ.Γ'2

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  26. Μου αρεσε πολύ η κυπριακή παραλλαγή
    Μαρία Κ.Γ'2

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  27. Με εντυπωσίασε η κερκυραϊκή παραλλαγή, αλλά γοητεύομαι και απο το θρύλο γύρω απο το συγκεκριμένο γεφύρι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  28. Με εντυπωσίασε η Κυπριακή παραλλαγή, επίσης ενδιαφέρον ήταν και το Αλβανικό απόσπασμα! Περισσότερο μου αρέσει το Ελληνικό!! ΜΦ (Γ΄4)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  29. Μου άρεσαν όλα τα τραγούδια. Πιστεύω ότι ο κάθε τόπος έχει την δική του παράδοση οπότε αλλάζει και τους στοίχους των δημοτικών τραγουδιών!!! Μαρισολ Γ΄4

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  30. Μου αρεσε πολυ η Κυπριακη παραλογη
    Αλεξανδρος Σ. Γ'5

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  31. Αν και οι υπόλοιπες παραλλαγές είχαν ενδιαφέρον κατά την γνώμη μου η Κυπριακή και η Ελληνική είναι οι πιο εύηχες και πιο κοντά στον σημερινό τρόπο ομιλίας!!
    Αλέξης Σ.(Γ'4)

    ΑπάντησηΔιαγραφή