Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΣΑΣ




Α. Το όνομα της πόλης

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο οποίος αναφέρει πως "Άμφισσα ονομάσθη δια το όρεσιν περιέχεσθαι", η ονομασία της Άμφισσας προέρχεται από το ρήμα αμφιέννυμι, που σημαίνει 'περιβάλλω', επειδή η πόλη περιβάλλεται από βουνά (Γκιώνα και Παρνασσός).

Κατά τη μυθολογία, η πόλη οφείλει το όνομά της στην Άμφισσα, κόρη του Μάκαρος και ερωμένη του θεού Απόλλωνα.

Στις αρχές του 13ου αιώνα και με την έναρξη της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα, η Άμφισσα μετονομάστηκε από τους Φράγκους σε
La Sole και στα ελληνικά (τα) Σάλωνα. Για την προέλευση της ονομασίας αυτής υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Μία από αυτές υποστηρίζει πως το όνομα αποτελεί παραφθορά της λέξης Σαλονίκη και δόθηκε στην Άμφισσα από τον Φράγκο «Βασιλιά της Θεσσαλονίκης», Βονιφάτιο Μομφερατικό, ο οποίος είχε γίνει κύριος της Άμφισσας.
 
Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από τη συνεκφορά έσω αλώνια, με την οποία αναφέρονταν οι κάτοικοι σε περιοχή της Άμφισσας, η οποία παρεφθάρη σε «εσάλωνα» και «σάλωνα».

Τέλος, υπάρχει η άποψη πως η νέα ονομασία της πόλης προέρχεται από τη λέξη σάλος που σημαίνει 'τράνταγμα', εξαιτίας των πολλών σεισμών που συνέβαιναν στην περιοχή.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, η πόλη ξαναπήρε επίσημα το αρχαίο όνομα Άμφισσα το 1833.


Β. Το κάστρο των Σαλώνων (της Ωριάς)

Σε βραχώδη λόφο, σε θέση επιλεγμένη με σοφία από τους αρχαίους προγόνους μας με φυσική οχύρωση και δύο πηγές για την τροφοδοσία του σε νερό, το Κάστρο των Σαλώνων  δεσπόζει στην πόλη της Άμφισσας. Προοριζόταν για την επιτήρηση του Κρισσαίου πεδίου.  
Πάνω στα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης κατασκευάστηκε το   ισχυρό κάστρο των Σαλώνων, από τους Βυζαντινούς, Φράγκους, Καταλανούς και Οθωμανούς.

Η Άμφισσα κατοικείται από τους πανάρχαιους χρόνους όπως μαρτυρούν τα «Κυκλώπεια Τείχη» της Ακρόπολης.

Το 338 π.Χ. η Άμφισσα καταστράφηκε από τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας, ο οποίος την κατέσκαψε εκ θεμελίων γκρεμίζοντας την ακρόπολή της. Όλα αυτά, επειδή θέλησαν να βάλουν χέρι στην περιουσία του Μαντείου των Δελφών που το θεωρούσαν «Φωκική Κώμη».

Η πόλη ανοικοδομήθηκε,  συνήψε ειρήνη με τη Ρώμη και παρέμεινε ανεξάρτητη χωρίς να πληρώνει φόρους.


Κατά την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο, η Άμφισσα κυριεύεται και καταστέφεται από τους Βησιγότθους του Αλάριχου ( το 396) και αργότερα και από τους Ούννους του Αττίλα, το 448.

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα, στο πλαίσιο των οχυρωματικών του έργων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, επισκεύασε και το Κάστρο της Άμφισσας.

Το 10ο μ.Χ. αιώνα η Άμφισσα και η ακρόπολή της υπέστη μεγάλη καταστροφή από τους Βούλγαρους που υπό την ηγεσία του τσάρου Σαμουήλ.

Στις αρχές του 13ου αιώνα ξεκινά η περίοδος της Φραγκοκρατίας και η πόλη αποδόθηκε στη μοιρασιά που έγινε μετά την άλωση του 1204 στον «Βασιλιά της Θεσσαλονίκης», Βονιφάτιο Μομφερατικό.


Το 1362μ.Χ. ο τελευταίος Φράγκος κόμης των Σαλώνων, ένας από τους πιο καλούς και φιλεύσπλαχνους διοικητές της περιοχής, σκοτώθηκε νεότατος. Η πόλη πέρασε στα χέρια της Ελληνίδας γυναίκας του, της πριγκίπισσας Ελένης Κατακουζηνής, η οποία, παρόλο που αρχικά διοίκησε σωστά την πόλη, δεν μπόρεσε να καταπιέσει το ερωτικό της πάθος για κάποιον παπά-Στράτο και τελικά του παραχώρησε την εξουσία. Επρόκειτο για έναν κακό άνθρωπο που διοικούσε δυναστευτικά και άπληστα, φτάνοντας στο σημείο, το 1394 να αρπάξει την πανέμορφη ανιψιά του δεσπότη των Σαλώνων, Σεραφείμ και να την φυλακίσει στο Κάστρο της Άμφισσας.

Ο Σεραφείμ ξεσήκωσε τους Χριστιανούς εναντίον του και ζητώντας την βοήθεια των Τούρκων προκάλεσε εξέγερση. Ο παπα-Στράτος σκότωσε την Αρετή και την πέταξε πάνω από το βράχο του κάστρου, ενώ παραλλαγή του θρύλου λέει πως η Αρετή του ξέφυγε και πήδηξε από το βράχο για να μην την πιάσουν οι πολιορκητές. Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Κάστρο και το διατηρούν από τότε μέχρι την Άλωσή του από τους Έλληνες Αγωνιστές του ’21.


Ο κατακόρυφος βράχος στην βορειοδυτική πλευρά του Κάστρου της Άμφισσας ονομάζεται «Το πήδημα της βασιλοπούλας», από το πάθημα της Αρετής, ή ίσως κατά άλλους λόγω της Μαρίας, κόρης της Ελένης Κατακουζηνής και τελευταίας πριγκίπισσας του Κάστρου.

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, έγιναν διάφορες εξεγέρσεις στην περιοχή της Παρνασσίδας, με κυριότερη αυτή του 1687, όταν ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος και ο αρματωλός Κούρμας απελευθέρωσαν την περιοχή η οποία τέθηκε, τυπικά, υπό την επικυριαρχία των Ενετών. Αυτό κράτησε μέχρι το 1698 οπότε οι Τούρκοι επέστρεψαν.


Κατά την Επανάσταση του '21, τα Σάλωνα έγιναν το επίκεντρο του ξεσηκωμού στη Ρούμελη λόγω της γειτνίασης με τα γύρω βουνά όπου δρούσαν πολλοί κλέφτες. Το Πάσχα του ‘21, ο Πανουργιάς, επικεφαλής των Ελλήνων αγωνιστών, πάτησε το κάστρο και η φρουρά των 600 Τούρκων εξοντώθηκε. Τα Σάλωνα έγιναν το πρώτο κάστρο που έπεσε σε ελληνικά χέρια.

 
ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Όσα κάστρα κι' αν είδα και περπάτησα, 
σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα.
 
Κάστρο θεμελιωμένο, κάστρο ξακουστό,
 
σαράντα οργυαίς του ψήλου, δώδεκα πλατύ,
μολύβι σκεπασμένο, μαρμαροχυτό,
με πόρτες ατσαλένιαις κι' αργυρά κλειδιά,
 
και του γιαλιοϋ η πόρτα στράφτει μάλαμα.
Τούρκος το τρογυρίζει χρόνους δώδεκα,
δεν μπορεί να το πάρη το ερημόκαστρο.
 
Κι' ένα σκυλί τουρκάκι, μιας 'Ρωμνιάς παιδί,
 
'ς τον Αμιρά του πάει και τον προσκυνάει.
"Αφέντη μ' Αμιρά μου και σουλτάνε μου,
 
αν πάρω γω το κάστρο τι είν' η ρόγα μου;
-Χίλια άσπρα την ημέρα κι' άλογο καλό,
 
και δυο σπαθιά ασημένια για τον πόλεμο.
 
-Ουδέ τάσπρα σου θέλω κι' ουδέ τα φλωριά,
 
ουδέ και τάλογό σου κι' ουδέ τα σπαθιά,
 
μόν' θέλω γώ τη κόρη, πού ναι 'ς τα γυαλιά.
 
-Ωσάν το κάστρο πάρης, χάρισμα κι' αυτή."

Πράσινα ρούχα βγάζει, ράσα φόρεσε.

Τον πύργο πύργο πάει και γυροβολάει,
'ς την πόρτα πάει και στέκει και παρακαλεί.
"Για άνοιξε άνοιξε πόρτα, πόρτα της Ωριάς,
πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας.
-Φεύγα απ' αυτού, βρε Τούρκε, βρε σκυλότουρκε.
-Μα το σταυρό, κυρά μου, μα την Παναγιά,
εγώ δεν είμαι Τούρκος ουδέ Κόνιαρος,
είμαι καλογεράκι απ' ασκηταριό.
Δώδεκα χρόνους έχω οπ' ασκήτευα,
χορτάρι εβοσκούσα σαν το πρόβατο,
κ' ήρθα να πάρω λάδι για τοις εκκλησιαίς.
Για ανοίξετέ μου νά μπω του βαρόμοιρου.
-Να ρήξουμε τσιγγέλια να σε πάρουμε.
-Τα ράσα μου είναι σάπια και ξεσκίζονται.
-Να ρήξουμε το δίχτυ να σε πάρουμε.
-Είμαι από τη πείνα κι' άντραλίζουμαι."

Γελάστηκε μια κόρη, πάει, τον άνοιξε.
 
Όσο ν' ανοίξη η πόρτα, χίλιοι εμπήκανε,
 
κι' όσο να μισανοίξη, γέμισ' η αυλή,
 
κι' όσο να καλοκλείση η χώρα πάρθηκε.
 
Όλοι χυθήκαν 'ς τάσπρα, όλοι 'ς τα φλωριά,
και κείνος εις την κόρη, πού ναι 'ς τα γυαλιά.
Κ' ή κόρη από τον πύργο κάτω πέταξε,
 
μήτε σε πέτρα πέφτει, μήτε σε κλαριά,
 
παρά σε Τούρκου χέρια και ξεψύχησε.


Πηγή Ωριάς.



Γ. Οι κρήνες της Άμφισσας


Οι "Κρήνες", ήταν συνοικιακές βρύσες!
Το νερό από τις Βρύσες αυτές, έτρεχε αδιάκοπα, συνήθως μέσω μπρούτζινων κρουνών!
 
Το νερό που προοριζόταν ως πόσιμο, μεταφερόταν στον "καραμπό", πήλινο δοχείο με μικρό κυκλικό στόμιο, το οποίο διατηρούσαμε σε σκοτεινό και δροσερό μέρος, για λόγους αυτονόητους!
 
Το νερό για τη "λάτρα" του σπιτιού, το μετέφεραν σε γαλβανιζέ "χαρανιά" ή σε αυτοσχέδιους "τενεκέδες" με κομμένο το επάνω κάλυμμα και καρφωμένο από τη μια πλευρά στην άλλη ένα στρογγυλό χερούλι!
 
Το νερό που έτρεχε στο "γουρνί", έβγαινε από μια τρύπα στη μια πλευρά του κάτω μέρους και με εξωτερικό αυλάκι, πήγαινε στο κοντινότερο ρέμα ή το έπαιρναν όσοι είχαν περιβόλια για πότισμα!

Κρήνη Αρτέμιδος, κάτω από το κάστρο.


Επειδή μια βρύση εξυπηρετούσε πολλά σπίτια της γειτονιάς και όχι μόνο, τους καλοκαιρινούς, κυρίως, μήνες, που το νερό έτρεχε με το σταγονόμετρο, ο έχων την υποχρέωση υδροδότησης του σπιτιού, πήγαινε αποβραδίς και άφηνε τα δοχεία όσο πιο κοντά στη "γούρνα" για να πάρει σειρά το πρωΐ! Το επόμενο πρωΐ, δηλαδή κατά τις πέντε, σηκωνόταν, γέμιζε τα δοχεία και άρχιζε το πηγαινέλα στο σπίτι! Ταλαιπωρία; Δε θα πει τίποτα! Και φανταστείτε τις μέρες της μπουγάδας τι γινόταν!
 
Κρήνη Κοπορού.

Οι Κρήνες, όμως, υπήρξαν για μεγάλο διάστημα και το μέσο "κοινωνικής δικτύωσης των γυναικών εκείνης της εποχής! Εκεί ανταλλάσσονταν οι ειδήσεις της γειτονιάς και της Πόλης! Εκεί τα κοριτσόπουλα έριχναν ένα βλέμμα στους ωραίους της γειτονιάς, που, όλως τυχαίως, περνούσαν από εκεί!
Όμορφες εποχές! Δύσκολες, αλλά όμορφες!






Η τεχνητή λίμνη του Μόρνου.
Το φράγμα του Μόρνου.


Δ. Η διαχείριση των υδάτινων πόρων στο αστικό οικοσύστημα:
Το κανάλι του Μόρνου

Η παροχή πόσιμου ύδατος και η απομάκρυνση-διαχείριση  των υγρών αστικών αποβλήτων είναι οι θεμελιώδεις προτεραιότητες σε ένα αστικό οικοσύστημα. Χωρίς αυτές τις δύο λειτουργίες, η ζωή σε ένα αστικό κέντρο γίνεται αβίωτη.  Η τροφοδότηση νερού στο αστικό οικοσύστημα είναι μια σύνθετη και δαπανηρή λειτουργία.
 
Κανάλι μεταφοράς του νερού.

 Το νερό από το φυσικό περιβάλλον (ποταμούς, φυσικές ή τεχνητές λίμνες, φράγματα κλπ) αφού καθαριστεί στις κεντρικές υδρευτικές εγκαταστάσεις και απολυμανθεί από πιθανά  μικροβιακά φορτία/ χλωρίωση, διυλιστήρια, διοχετεύεται με αγωγούς σε κάθε σημείο του αστικού οικοσυστήματος. Από τα όμβρια ύδατα που διαβρέχουν το έδαφος των πράσινων χώρων που περιβάλλουν την πόλη (πχ. των πάρκων), όσα δεν απορροφηθούν, απορρέουν στις αδιάβροχες επιφάνειες των χτισμένων χώρων και των δρόμων, για να εκκενωθούν στους υπονόμους, μαζί με τα υπόλοιπα υγρά, αστικά απόβλητα. Οι διαδικασίες κατεργασίας των υγρών αστικών αποβλήτων (βιολογικός καθαρισμός,  επεξεργασίας λάσπης κτλ) αποτελούν αναγκαιότητα αν σκεφτεί κανείς ότι ο κάθε άνθρωπος καταναλώνει για τις ανάγκες του δέκα λίτρα νερού την ημέρα. Η κατεργασία των υγρών αποβλήτων έχει σαν στόχο το διαχωρισμό των αιωρούμενων και διαλυμένων μέσα στο νερό ουσιών, , την απολύμανση του απομένοντος νερού και την απόδοση του καθαρού στη φύση.
Στα βόρεια της  Άμφισσας (2 χιλιόμετρα),  βρίσκεται η σήραγγα  εξόδου του νερού από τη η τεχνητή λίμνη του Μόρνου.   Στην έξοδο του νερού μέσω υδροστροβίλων μετατρέπεται η δυναμική και κινητική ενέργεια σε ηλεκτρική (YHΣ Γκιώνας) ενώ παράλληλα  διυλιστήριο νερού τροφοδοτεί τη πόλη.



 
Ε. Χάρμαινα, η συνοικία των ταμπάκηδων 

Η φημισμένη «Χάρμαινα» είναι η συνοικία της Άμφισσας στην οποία από πολλών αιώνων ήταν συγκεντρωμένα όλα τα εργαστήρια που ασχολούνταν με την κατεργασία του δέρματος (Ταμπάκικα ή Ταμπακαριά).

Η τέχνη της κατεργασίας δερμάτων (βυρσοδεψία) στην Άμφισσα υπήρχε πολύ πριν το 1600, καθώς σ’ αυτήν αναφέρεται ο Άγγλος περιηγητής Dodwell, που διερχόμενος από την Άμφισσα, θαύμασε καταρχήν το μέγεθος των ελαιόδεντρων και του καρπού της ελιάς, αλλά και τα παραγόμενα χρωματιστά δέρματα που ήταν περιζήτητα σε όλη την Ελλάδα αλλά και εξήγοντο ακόμη προς όλες τις γνωστές τότε χώρες του εξωτερικού.


Η κατεργασία των δερμάτων γινόταν με το άφθονο νερό της πηγής της συνοικίας Χάρμαινας, υπήρχε δε διαδεδομένη η πεποίθηση ότι το νερό αυτό είχε την εξαιρετική ιδιότητα να προσδίδει στα δέρματα της Χάρμαινας τον χαρακτηριστικό ανεξίτηλο και στιλπνό κίτρινο χρωματισμό τους.


Οι ταμπάκηδες της Χάρμαινας χρησιμοποιούσαν κυρίως το γίδινο (κατσικίσιο) δέρμα. Η εργασία τους ήταν πλήρως χειρονακτική και πολύ χρονοβόρα, η δε κατεργασία του δέρματος ήταν φυτική και η δέψη του γινόταν με κύρια υλικά το βελανίδι και το ρούδι.  Αξίζει να σημειωθεί ότι η φυτική αυτή κατεργασία έδινε στα δέρματα τη μοναδικότητα να παρουσιάζουν ιδιαίτερη αντοχή στη χρυσή γραφή. Αφού λοιπόν διαπιστώθηκε ότι τα δέρματα που τύγχαναν αυτής της επεξεργασίας (φυτικής) ήταν τα μοναδικά που διατηρούσαν ανεξίτηλα στο χρόνο τα χρυσά γράμματα, άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιβλιοδεσία και στις περγαμηνές, αλλά ακόμη και για τσάντες, πορτοφόλια, χαρτοφύλακες, για την εσωτερική επένδυση των παπουτσιών κλπ.

Η μεγάλη ακμή των ταμπάκικων της Χάρμαινας διατηρήθηκε μέχρι και το μεσοπόλεμο, ενώ μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο και σταδιακά η συνοικία των βυρσοδεψών παρήκμασε εξαιτίας της δυναμικής εισόδου των πλαστικών υλικών που αντικατέστησαν το δέρμα στις περισσότερες εφαρμογές του.

Σήμερα έχουν απομείνει όλα κι όλα στη Χάρμαινα 3-4 εργαστήρια ταμπάκηδων που αγωνίζονται να συντηρήσουν την προαιώνια τέχνη τους μέσα στις καταιγιστικές εξελίξεις της σύγχρονης ζωής.

Η συνοικία της Χάρμαινας παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να ασκεί μια μοναδική γοητεία τόσο στους ντόπιους, όσο και στους επισκέπτες της. Τα μοναχικά και ατμοσφαιρικά σοκάκια της, τα ερειπωμένα παλιά εργαστήρια, η πηγή και τα παλιά πλατάνια, το γραφικό Τουλασίδι (κεντρικό κτήριο του οικισμού, παλιά κοινόχρηστος χώρος των ταμπάκηδων, σήμερα πολιτιστικός χώρος της Άμφισσας) συνθέτουν μια μοναδική στον ελληνικό χώρο γειτονιά, μεγάλης ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας.


Από το 1989 σαράντα δύο κτήρια της Χάρμαινας (παλιά βυρσοδεψεία - ταμπάκικα) έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα. Εξ αυτών τέσσερα ανήκουν στο Δήμο Άμφισσας (νυν Δήμος Δελφών), ενώ τα υπόλοιπα ανήκουν σε ιδιώτες και κυρίως σε παλιούς βυρσοδέψες, κάποια δε από αυτά έχουν ήδη αναπαλαιωθεί και αναδειχθεί.


Στην Άμφισσα το τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς αναβιώνει ο Θρύλος του “Στοιχειού της Χάρμαινας”. Από την παλιά αυτή συνοικία και τα σκαλιά του Αϊ Νικόλα κατεβαίνει το “Στοιχειό” και ακολουθούν κορυβαντιώντας πλήθος οι συνοδοί του (στην αμφισσιώτικη παράδοση «ντβετσικάδες», «μποτζινάκηδες», «αράπηδες», «αχυρένιοι» κλπ με παγανιστικές μεταμφιέσεις και διαθέσεις). Οι θρύλοι για τα “στοιχειά” είχαν μεγάλη διάδοση στην περιοχή, ενώ κοινή πεποίθηση αποτελούσε ότι αυτά αντιπροσώπευαν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων που τριγυρνούσαν ανικανοποίητα στην περιοχή. Το σπουδαιότερο στοιχειό της πόλης ήταν ασφαλώς το φοβερό “Στοιχειό της Χάρμαινας”, που αγαπούσε και προστάτευε τους ταμπάκηδες, αποτελούσε δε τρόμο για όλο τον υπόλοιπο πληθυσμό.


ΣΤ. Το Στοιχειό της Χάρμαινας

Αυτή η ιστορία μοιάζει μύθος, μα είναι αληθινή πέρα για πέρα γιατί θυμάμαι τη γιαγιά μου να μου λέει: ‘‘Δεν μπορεί παρά να’ ναι αληθινή, αλλιώς ο κόσμος δεν θα την έλεγε ξανά και ξανά στα παιδιά του και στα εγγόνια του!’’
Τότε,  λοιπόν, που τα παραμύθια έβγαιναν από την ίδια τη ζωή, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, ο Κωνσταντής. Ήτανε ένας όμορφος, ψηλός και περήφανος νέος. Πάνω απ’ όλα  ήταν ειλικρινής και ντόμπρος. Δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα. Από τα’ άγρια χαράματα ώσπου να πέσει ο ήλιος, ο Κωνσταντής μεταμόρφωνε το τομάρι σε απαλό σαν μετάξι δέρμα. Μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε, ούτε η σκληρή δουλειά, ούτε η φτώχεια. Αγαπούσε την Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος.
Η Λενιώ, ήταν όμορφη, καλοσυνάτη νέα, χωρίς κανένα ψεγάδι απάνω της. Βοηθούσε στ΄ αμπέλια και στα  ελαιόδεντρα που είχε ο πατέρας της. Ήταν μοναχοθυγατέρα και ανεκτίμητη για τους γονείς της. Αγαπούσε τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Η ζωή απλωνόταν μπροστά τους και τους χαμογελούσε. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε, να τους αρπάξει την ευτυχία τους.
Μόλις χάραξε ο Θεός την μέρα, ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργα δέρματα και έφυγε από την πόλη. Είχε να παραδώσει τα εμπορεύματα και ν΄ αγοράσει εργαλεία, απαραίτητα για την δουλειά του. Περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό για βδομάδες και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξανόταν. Όλες του οι προσπάθειες, δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα με ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του. Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς για να την ζητήσει, από τον πατέρα της, σε γάμο.
Πλησιάζοντας τον ‘‘ζώσανε τα φίδια’’, γιατί το σπίτι το’ νοιωσε περίεργο. Ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα.
Έμαθε από τους γείτονες και τον καρδιακό του φίλο Γιάννο, τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του. Η Λενιώ, είχε πάει στην Πηγή της Χάρμαινας, για να γεμίσει την στάμνα της δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί. Μία καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Άρχισε να σουρουπώνει, ερημιά, ψυχή δεν φαινόταν τριγύρω. Ήταν μόνη της κάτω από τα γέρικα πλατάνια. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή τους, μ’ ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί, να ανεμίζει στα μακριά μαλλιά της.
Οι γονείς της Λενιώς, βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά. Μη μπορώντας ν’ αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, πούλησαν το βιό τους, κακήν κακώς και πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από την πόλη.
Στη ζωή, καμιά φορά, αλλιώς τα υπολογίζουμε τα πράγματα και αλλιώς μας έρχονται. Τότε γκρεμίζονται όλα τα όνειρά μας, χάνονται, σβήνουν σαν πυροτεχνήματα. Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν ίσαμε τα μύχια της καρδιάς του Κωνσταντή. Ένιωθε ανήμπορος, μετέωρος. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του και ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα, βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το Κάστρο της πόλης. Η όψη του ήταν γαλήνια και ένα αχνό χαμόγελο, διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Πίστευε ότι η ψυχή του θα ενωνόταν με την αγαπημένη του Λενιώ. Έτσι, θα μπορούσε μα την έχει για πάντα κοντά του, χωρίς να φοβάται ότι θα πάψει να την αγαπάει. Η θρησκεία δεν τον δέχτηκε στην αγκαλιά της και καταδικάστηκε να περιπλανιέται.
Από τότε, ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την Πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνούσε για την αγάπη που έχασε.


Το Στοιχείο της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί, τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς, ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου.
Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες.
Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει.


Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά. Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών.
Μετά από τα τριπλάσια χρόνια της ηλικίας του Κωνσταντή και της Λενιώς μαζί, το Στοιχειό της Χάρμαινας, ησύχασε, καταλάγιασε. Έπαψε να φοβίζει τους ανθρώπους. Φαίνεται, ότι ο Θεός το συγχώρησε.
Η ιστορία του, πέρασε από γενιές σε γενιές, στόμα με στόμα με μυστήριο και φόβο. Τρομαχτικό, αλλά συνάμα ελκυστικό. Και αν ποτέ, περπατήσεις στα στενά λιθόστρωτα σοκάκια της Χάρμαινας και αντικρίσεις τα πλίθινα μισοερειπωμένα εργαστήρια, να στέκουν περήφανα και δυνατά, λουσμένα στο φως του φεγγαριού, τότε θα νιώσεις τη μαγία του χώρου και μια γαλήνη να πλημμυρίζει τη ψυχή σου, μεταφέροντάς σε κόσμους παράξενους, αλλοτινούς.



Ζ. Η Δημοτική Πινακοθήκη “Σπύρος Παπαλουκάς”

Η Δημοτική Πινακοθήκη Άμφισσας «Σπύρος Παπαλουκάς» φιλοξενεί τα ανθίβολα και τα σχέδια που έκανε ο Σπύρος Παπαλουκάς για την αγιογράφηση του Μητροπολιτικού Ναού της Άμφισσας.
Η Αγιογράφησή του ανατέθηκε κατόπιν πανελλήνιου καλλιτεχνικού διαγωνισμού. Η κριτική επιτροπή του διαγωνισμού αποτελούμενη από τους Α. Ορλάνδο, Δ. Πικιώνη, Αρ. Ζάχο και Κ. Παρθένη ανέθεσε ομόφωνα το έργο της αγιογράφησης στο νεαρό τότε και ανήσυχο ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά (1892-1957).

 
Ο Παπαλουκάς άρχισε την αγιογράφηση το 1927 και την ολοκλήρωσε το 1932 χρησιμοποιώντας τη μέθοδο των «Ανθιβόλων». Σχεδίαζε δηλαδή με κάρβουνο και την παραμικρή παράσταση σε χαρτί σε κλίμακα 1/1, τρυπούσε το περίγραμμα του σχεδίου, τοποθετούσε το τρυπημένο χαρτί, «Ανθίβολο» στον τοίχο της Εκκλησίας και με τη χρήση καρβουνόσκονης αποτύπωνε μέσα από τις τρύπες, την παράσταση που είχε ζωγραφίσει στο χαρτί, στον τοίχο του Ναού.

 

Τα «Ανθίβολα» της Μητρόπολης της Άμφισσας, ο Παπαλουκάς δεν τα κατέστρεψε. Τα φύλαξε ευλαβικά στο υπόγειο του σπιτιού του. H κόρη του Μίνα Παπαλουκά, δώρισε τη συλλογή των «Ανθιβόλων» στο Δήμο Άμφισσας, το Δεκέμβριο του 2001. Πρόκειται για έναν εικαστικό θησαυρό ανυπολόγιστης αξίας, μοναδικό στο είδος του, αποτελούμενο από 349 «Ανθίβολα». Η συλλογή αυτή εκτίθεται πλέον μόνιμα στο ειδικά διαμορφωμένο κτίριο της Πινακοθήκης του Δήμου Άμφισσας στον παραδοσιακό οικισμό της Χάρμαινας, που φέρει το όνομα «Σπύρος Παπαλουκάς».


Η ιδιαιτερότητα και η σημασία του έργου της αγιογράφησης του Μητροπολιτικού Ναού της Άμφισσας από το Σπύρο Παπαλουκά, έγκειται στην πρωτότυπη και τολμηρή γραφή του και στην ελεύθερη πλαστική του ανεξαρτησία. Καταγράφει και αφομοιώνει όλες τις κατακτήσεις και ανησυχίες των καλλιτεχνικών ρευμάτων των αρχών του 20ου αιώνα (Fauves, Nabis, Cudistes Post Impressioniste) κάνοντας μια ελεύθερη ανάγνωση της Βυζαντινής Αγιογραφίας, διατηρώντας όμως στο ακέραιο τη βαθιά της πνευματικότητα. Εισάγει έτσι στο αγιογραφικό έργο τις εικαστικές ανησυχίες της εποχής του, με μια τολμηρή και δυναμική ζωγραφική γραφή, επικαιροποιώντας το μήνυμα του Η γόνιμη αφομοίωση αυτών των παραδοσιακών αξιών με τις σύγχρονες καλλιτεχνικές ανησυχίες απέδωσαν ένα πρωτότυπο και πρότυπο έργο ανανέωσης της βυζαντινής αισθητικής που όμως δεν βρήκε αντάξιους συνεχιστές μέχρι σήμερα.


Ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957), γεννήθηκε στη Δεσφίνα Φωκίδας . Μαθητής του Ιακωβίδη και του Ροϊλού, είναι μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και συνέχισε στο Παρίσι. Την περίοδο της φοίτησής του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ζωγράφισε εικόνες για το τέμπλο του ναού του Αγίου Δημητρίου της Δεσφίνας. Έλαβε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως πολεμικός ζωγράφος. Δυστυχώς, όμως, τα έργα εκείνης της εποχής, 500 τον αριθμό, κάηκαν στο τρένο που τα μετέφερε στη Σμύρνη τις μέρες της καταστροφής. Με τον Στρατή Δούκα έμεινε στο Αγ. Όρος (1923-24), φιλοτεχνώντας μία από τις αντιπροσωπευτικότερες ενότητες της δουλειάς του.



Η. Καφενείο «Πανελλήνιον» ή «Γυαλί Καφενέ»

Τα καφενεία έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και κάποια απ΄ αυτά τη δική τους, μεγάλη ιστορία.
Το ξύλινο δάπεδο του ψηλοτάβανου καφενείου «Πανελλήνιον», στην πάνω πλατεία στην Άμφισσα, τρίζει, οι ντόπιοι παίζουν πρέφα, κάποιος παραγγέλνει μια Έψα λεμόνι. Ο ιδιοκτήτης Θανάσης Μαστρονικολόπουλος έχει πείρα στο σερβίρισμα: από τα χέρια του ήπιε καφέ η Ρόμι Σνάιντερ. «Δόξες και μεγαλεία έχει γνωρίσει αυτό το καφενείο», λέει ο κυρ Θανάσης και αναστενάζει.
Η ... θεατρική σκηνή που υπάρχει στον χώρο μέχρι σήμερα φιλοξένησε δεκάδες παραστάσεις θιάσων, επιθεωρήσεις, πρόζες, χάρη στις οποίες μέσα εδώ γινόταν το αδιαχώρητο! «Ο κόσμος στην Άμφισσα ήταν θεατρόφιλος, άφηναν κότες ή αυγά αντί χρημάτων για να παρακολουθήσουν την παράσταση», συμπληρώνει ο κυρ Θανάσης. Από το 1936 έως το 1988, ανέβηκαν πολλοί θίασοι με πρώτο εκείνον των Αυλωνίτη, Φωτόπουλου και Μακρή.

Ο κυρ Θανάσης μιλά για τους ηθοποιούς των μπουλουκιών που αγωνιζόντουσαν για να βγάλουν το ψωμί τους, για πράγματα από τις παραστάσεις που έχουν χαραχθεί στη μνήμη του: 

“Ρωτάει ο δάσκαλος τον μαθητή: Πες μου παιδί μου πως λέγεται ο ζεστός αέρας; Λίβας, απαντάει ο μαθητής. Μπράβο παιδί μου λέει ο δάσκαλος και ρωτάει μια μαθήτρια: Πες μου εσύ παιδί μου γιατί ονομάζεται έτσι αυτός ο ζεστός αέρας; Ονομάζεται λίβας γιατί έρχεται από … τη Λειβαδιά, κύριε!!!”. 


Στο μυαλό του κυρ Θανάση έρχεται η σκηνή από την ταινία «Θίασος» του Αγγελόπουλου που γυριζόταν εδώ μέσα επί πέντε μερόνυχτα, το 1976. 

 

Ποιο είναι όμως το μυστικό του καλού καφέ; «Δεν υπάρχει μηχάνημα, έρχονται ανδρόγυνα από την Αθήνα, πίνουν καφέ και μου λένε "φτιάξε, κύριε, και δεύτερο, γυρίζουμε όλη την Αθήνα να βρούμε ένα καφενείο με μπρίκι και τίποτε". Πρέπει να είσαι μερακλής για να φτιάξεις καφέ. Το μπρίκι είναι το μυστικό», λέει ο κ. Θανάσης, ενώ σήμερα οι θαμώνες του ιστορικού καφενείου είναι κυρίως ντόπιοι και ηλικιωμένοι.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου